Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 6406/2025 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δικαιώθηκαν και σε δεύτερο βαθμό (είχαν ήδη το πρώτον δικαιωθεί με την υπ’αριθμ. 775/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί αγωγής εντολέων του γραφείου μας κατά της οποίας ασκήθηκε έπειτα έφεση), συμβασιούχοι – εργαζόμενοι με συμβάσεις μίσθωσης έργου στο Δημοτικό Ωδείο Καλλιθέας, οι οποίοι αναγνωρίστηκε ότι τελούν σε νομική και προσωπική εξάρτηση με το εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους και κατ’ επέκταση οι διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας τους γινόντουσαν επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, συνδεόμενοι κατ’ ουσίαν με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεών τους.
Ειδικότερα, οι εν λόγω συμβασιούχοι εργάζονταν στο Δημοτικό Ωδείο Καλλιθέας, παρέχοντας ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από τις συνεχείς ανανεώσεις των συμβάσεών τους, οι οποίες ανανεώσεις υπέκρυπταν ότι στην πραγματικότητα απασχολούνταν με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, καθεστώς υπό το οποίο είχαν αρχικώς προσληφθεί. Το δικαστήριο έκρινε κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 164/2004 ότι πράγματι οι εργαζόμενοι αυτοί συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ έκρινε ομοίως ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920, το οποίο αφορά κυρίως την ακυρότητα συμβάσεων που αντιβαίνουν στις διατάξεις του εν λόγω νόμου, ορίζοντας ότι οποιαδήποτε συμφωνία πιο δυσμενής για τον υπάλληλο είναι άκυρη, και επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων και σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αν ο καθορισμός της διάρκειας δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε με σκοπό να παρακαμφθούν οι κανόνες περί καταγγελίας που συνοδεύεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στις συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Πρόκειται γι’ ακόμη μια θετική απόφαση ανάμεσα σε πολλές όμοιες υποθέσεις που έχει χειριστεί το γραφείο μας, που δικαιώνει τους εργαζομένους – συμβασιούχους που απασχολούνται για χρόνια υπό το ψευδεπίγραφο καθεστώς των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καλούμενοι στην ουσία να παράσχουν εργασία και να καλύψουν διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους. Εξάλλου, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 αποτελεί «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο» ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις της ρήτρας 5, της με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγίας πλαισίου, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν μέτρα για την αποτροπή κατάχρησης χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου, λαμβανομένων υπόψη και των κριτηρίων που θέτει συναφώς το ΔΕΚ, υπό την έννοια ότι «έχει ως αντικείμενο, όπως ακριβώς και τα μέτρα που θεσπίζονται με την εν λόγω ρήτρα, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου».
